Κριτική - Επιστήμη & Εκπαίδευση

Το περιοδικό «Κριτική - Επιστήμη & Εκπαίδευση» αποτελεί προϊόν εργασίας ενός δικτύου ερευνητών που συγκροτείται με βασικό ενοποιητικό στοιχείο τη βούληση για τη θεωρητική ανασυγκρότηση της ριζοσπαστικής προοπτικής στην επιστήμη και στην εκπαίδευση.
Αποτελεί πεποίθηση των περισσοτέρων μελών του δικτύου ότι η ριζοσπαστική προοπτική δεν μπορεί να αναπτυχθεί αγνοώντας τις θεωρητικές συνεισφορές και παρακαταθήκες των διαφόρων ρευμάτων που συναρθρώνουν τη μαρξιστική παράδοση. Επιδίωξη όλων, όμως, είναι η αξιοποίηση αυτών των θεωρητικών κεκτημένων σε μια πορεία αλληλεπίδρασης με τις αναδυόμενες προσεγγίσεις, τις οποίες συναντάμε σήμερα σε πολλά πανεπιστημιακά προγράμματα σπουδών ως Σπουδές στην Επιστήμη, Πολιτισμικές Σπουδές, Σπουδές Φύλου, Περιβαλλοντικές Σπουδές, αλλά και με τις νέες προσεγγίσεις στη Ιστορία των Επιστημών.
Είναι γνωστό ότι στο χώρο της εκπαίδευσης, στον αγγλοσαξωνικό τουλάχιστον κόσμο από όπου και αντλείται ο κύριος όγκος της σχετικής βιβλιογραφίας, το ρεύμα της Κριτικής Παιδαγωγικής έχει αντιμετωπίσει με καχυποψία ή και με διάθεση υπερβολικής αυστηρότητας τις προσεγγίσεις που προαναφέρθηκαν. Παρ' όλα αυτά, όμως, ποικίλα ζητήματα που έχουν σχέση με την διαφορετικότητα, με την υποεκπροσώπηση συγκεκριμένων ομάδων πληθυσμού στα γνωστικά αντικείμενα των φυσικομαθηματικών επιστημών, με ζητήματα ηθικής της επιστήμης κ.α., δεν μπορούν να αναλυθούν στην πλήρη έκταση τους στο πλαίσιο της Κριτικής Εκπαίδευσης αποκλειστικά. Περαιτέρω θεωρητικές συνεισφορές είναι αναγκαίες.
Στον διεπιστημονικό τομέα της ιστορίας των επιστημών, τις τελευταίες δεκαετίες έχει αναπτυχθεί ο προβληματισμός γύρω από τους τρόπους διάδοσης της κυρίαρχης επιστήμης και τεχνολογίας καθώς και οι συγκριτικές μελέτες διαφορετικών επιστημονικών και τεχνολογικών παραδόσεων. Η ριζοσπαστική προσέγγιση αυτών των θεμάτων δεν αρκείται στο να αναγνωρίζει τις «ιδιαιτερότητες» αλλά μελετά και προβάλλει τις σχέσεις εξουσίας και αλληλεξάρτησης καθώς και τις χρήσεις της επιστήμης από τις κυρίαρχες τάξεις. Στέκοντας κριτικά απέναντι σε κοινωνιολογικές προσεγγίσεις που προσπαθούν να υποβαθμίσουν την ιστορική ανάλυση των σχέσεων εξάρτησης, η ριζοσπαστική προσέγγιση μελετά τις σχέσεις μεταξύ κοινωνικών τάξεων, κρατικών μορφωμάτων ή/και πολιτισμών.
Κοινό στοιχείο όλων όσων συμμετέχουν σ' αυτή την προσπάθεια είναι η πεποίθηση ότι μια άλλη προοπτική για την επιστήμη και την εκπαίδευση (ακόμα και μια άλλη επιστήμη και μια άλλη εκπαίδευση) είναι εφικτή. Πιστεύουμε ότι οι κοινωνικές δυνάμεις της εργασίας και των πολιτισμικών αντιστάσεων διατηρούν την ανανεωτική δυναμική τους και ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός, παρά την ηγεμονία ενός πολιτικού και πολιτισμικού συντηρητισμού που έχει οδηγήσει στον κατακερματισμό όχι μόνο του συλλογικού, αλλά και του ατομικού υποκειμένου. Η ανασυγκρότηση του υποκειμένου (συλλογικού και ατομικού), ενός υποκειμένου που διαθέτει την ικανότητα για δράση, συνδέεται άμεσα με τον θεωρητικό εξοπλισμό του.
Με άξονα αυτόν τον προβληματισμό, διοργανώθηκε τον Ιούλιο του 2004 η πρώτη συνάντηση εργασίας στα πλαίσια των σεμιναρίων της Ερμούπολης με θέμα, «Ριζοσπαστικές Προσεγγίσεις στην Επιστήμη και Ιστορία των Επιστημών». Η δεύτερη συνάντηση εργασίας έχει προγραμματιστεί για τον Ιούνιο του 2005 με θέμα, «Επιστήμες και Κοινωνική Δικαιοσύνη».
Το περιοδικό δημοσιεύει κυρίως άρθρα, τα οποία βασίζονται στις εισηγήσεις που ανακοινώνονται κατά τις συναντήσεις εργασίας. Είναι όμως ανοικτό, και προσκαλεί άρθρα που εντάσσονται στη θεματολογία του και προάγουν τον θεωρητικό προβληματισμό, έτσι όπως σκιαγραφήθηκε στις παραπάνω γραμμές. Υπεύθυνη για την αρτιότητα και εγκυρότητα των εργασιών που δημοσιεύονται είναι η Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού.